Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΜΙΑ ΟΡΕΙΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΒΛΑΧΩΝ – Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ


ΠΟΛΥΘΕΑ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΜΙΑ ΟΡΕΙΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΒΛΑΧΩΝ – Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ
   
α' μέρος.

 Το ορεινό συγκρότημα της νότιας Πίνδου, στην περιοχή του Ασπροποτάμου, αποτελεί τον ιστορικό, γεωγραφικό χώρο αναφοράς μιας ορεινής κοινότητας Βλάχων, της Πολυθέας. Η Πίνδος είναι η μεγαλύτερη οροσειρά του ελλαδικού χώρου, διασχίζοντάς τον από βορρά προς νότο και αγκαλιάζει Ήπειρο, Θεσσαλία, Αιτωλοακαρνανία. Βαθιές χαράδρες, δάση, αλπικές ζώνες τη διαπερνούν. Ασπροπόταμος λέγεται ο Αχελώος στην περιοχή των πηγών του. Πιθανότατα από το άφρισμα των νερών, όταν λιώνουν τα χιόνια στα βουνά την άνοιξη ή από το λευκό χρώμα της κροκάλας, δηλαδή του αποστρογγυλωμένου χαλικιού…  Η περιοχή του Ασπροποτάμου συνιστούσε διοικητικά τη Διευρυμένη Κοινότητα Ασπροποτάμου, αλλά πλέον στα πλαίσια του Καλλικράτη θ’ ανήκει στο Δήμο Καλαμπάκας.
Σ’ αυτό το φυσικό περιβάλλον ζυμώθηκαν γενιές ανθρώπων και ανθρώπινοι τύποι, προσδίδοντάς σ’ αυτό λειτουργίες πολιτισμικές. Ο χώρος και ο άνθρωπος σε μια αμοιβαία σχέση αλληλεξάρτησης. Δεν είναι το φυσικό περιβάλλον που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ο άνθρωπος που παρεμβαίνοντας δημιουργεί τους όρους της ένταξής του και προσαρμογής του στο χώρο. Η κοινότητα αναφοράς μας είναι η Πολυθέα, Ντράουστι στα βλάχικα, Δραγοβίστι. Σύμφωνα με μια εκδοχή, που μέλλει να επιβεβαιωθεί ή όχι, το όνομά της προέρχεται από τη βλάχικη ονομασία Drago Vista, δηλαδή η θέα του Δράκου… Μια μικρή ορεινή κοινότητα που αποτέλεσε στο παρελθόν ένα «από την κούνια ως το θάνατο» βίωμα για τους ανθρώπους της.
Πρώτα η περιγραφή του χώρου: Η περιοχή κυκλώνεται από βουνά, από μυτερά ακροβούνια. Μικρά χωριουδάκια, δάση, νερά, ρέματα, πηγές. Από την Πολυθέα αγναντεύει κανείς τις κεντρικές πτυχώσεις της Πίνδου με τα καθυστερημένα ως την καρδιά του καλοκαιριού χιόνια που «δροσίζουν τα μάτια». Προπολεμικά με μουλάρια κουβαλούσαν πάγους από τα βουνά της Κακαρδίτσας (υψόμετρο 2.480) για να το χρησιμοποιήσουν στα πανηγύρια. Τα βουνά, γενικότερα, στο προβιομηχανικό περιβάλλον υπήρξαν οι φτωχές περιοχές της Μεσογείου. Το βουνό υπήρξε καταφύγιο από το στρατό και τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της πεδιάδας… Γράφει για τους βλάχους ένας περιηγητής του 12ου αι.: «Ελαφροί σαν ελάφια, κατέβαιναν από τα βουνά ν’ αρπάξουν τη λεία τους… Διέσχιζαν τη χερσόνησο από πάνω ως κάτω, ως τον κάβο Ματαπά και την Κρήτη, με τα κοπάδια και τις μαύρες κάπες τους, και τα ασφαλέστερα καταφύγια γι’ αυτούς ήταν οι δύο ψηλότερες οροσειρές, ο Αίμος και η Πίνδος. Από τα δύο αυτά βουνά τον 11ο αιώνα έκαναν μια ξαφνική κάθοδο στη βυζαντινή ιστορία. Και γύρω από τα ίδια πάλι βουνά θα τους ξαναβρεί ο 19ος αιώνας, βοσκούς, γεωργούς και προπάντων ημιονηγούς στα καραβάνια με τα οποία γίνονταν οι μεταφορές στην Αλβανία και στη βόρεια Ελλάδα», F. Braudel, Μεσόγειος, τ. Α, σ. 36
     Στο παρελθόν του βουνό ήταν υποχρεωμένο να ζει από τους δικούς του πόρους. Πράγματι το βουνό είχε την αρώσιμή γη του επάνω στις καλλιεργούμενες αναβαθμίδες, στις κλιτύς του. Στα πλεονεκτήματα του ήταν ότι είχε μια ποικιλία πόρων σε ισχνή ποσότητα. Τα βουνά της Πολυθέας έδιναν μια μικρή παραγωγή καλαμποκιού, κολοκύθια, φασόλια σε μικρά χωράφια π.χ. στη Ρούσα (βλάχική λέξη που σημαίνει ξανθιά, κόκκινη, επειδή το μέρος περιείχε κοκκινόχωμα), στα κήπια (ομαλή πλαγιά νοτιοανατολικά του χωριού) όπου κάθε οικογένεια πριν το 1940 συνήθιζε να φυτεύει τον λαχανόκηπό της. Οι κήποι αυτοί αρδεύονταν από τα κανάλια του παρακείμενου ρέματος, μάλιστα υπήρχε και έμμισθος υπάλληλος της κοινότητας (αυλακιάρης), υπεύθυνος για το εκ περιτροπής πότισμα των κήπων. Απομεινάρι οι χτισμένες ξερολιθιές που οριοθετούσαν το χώρο καθεμιάς οικογένειας και το δικαίωμά της να καλλιεργεί… Γενικά, η διατροφή, το διαιτολόγιο των κατοίκων της Πολυθέας στο παρελθόν περιλάμβανε τα δώρα του βουνού: άγρια μήλα, καρύδια, κεράσια (από τις κερασιές έπαιρναν φλούδες που τις χρησιμοποιούσαν ως χρωστικές ουσίες για το βάψιμο μάλλινων ή υφαντών), κάστανα, κράνα, κορόμηλα που τα στέγνωναν, τα προϊόντα του κυνηγιού και του ψαρέματος (πέστροφα). Η διατροφή των Δραγοβιστινών στο παρελθόν εστιαζόταν κυρίως στα γαλακτοκομικά και τις πίτες (κυρίως από  μπομπότα, δηλαδή καλαμποκάλευρο). Η κατανάλωση κρέατος γινόταν σπάνια, και οι εύπορες οικογένειες είχαν μεγαλύτερη πρόσβαση σ’ αυτό.
      Χωρίς αμφιβολία το βουνό υπήρξε στο μακραίωνο παρελθόν της παρουσίας του ανθρώπου σ’ αυτό ένα εμπόδιο. Και μαζί καταφύγιο, λημέρι για τους ελεύθερους ανθρώπους, τους ανθρώπους της ανυποταγής... Η τραχύτητα της ζωής, η ανέχεια, οι καταναγκασμοί της φύσης, πραγματικότητες που βίωναν οι άνθρωποι στο βουνό μαζί με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής τους έσπρωχναν να κατεβούν στις πεδιάδες, στις πόλεις, στις κωμοπόλεις, στα χειμαδιά… Η περιοχή του Ασπροποτάμου αποτέλεσε αφετηρία αποδημιών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήδη. Αντανάκλαση της ευμάρειας των ξενιτεμένων είναι τα ευρύχωρα παλαιά σπίτια και βέβαια οι όμορφες εκκλησίες του Ασπροποτάμου (Δολιανά Κρανιάς, Χαλίκι, Λιπινίτσα) οι οποίες κτίσθηκαν και ιστορήθηκαν τον 17ο -18ο αιώνα. Οι άνθρωποι αποδημούσαν γιατί «μόλις η ανθρώπινη κυψέλη μεγάλωνε σε αριθμό, έπαυαν να επαρκούν οι πόροι, και τότε κάποιοι έπρεπε να φύγουν», F. Braudel, ο.π., σ.σ.50-51. Ο άνθρωπος του βουνού με την κάθοδό του στην πόλη θα γίνει συχνά αντικείμενο χλεύης, ο «βλάχος» των ανέκδοτων που κυκλοφορούσαν και θα αντιμετωπιζόταν με σκωπτική διάθεση. «Άθελά του ο βουνίσιος γινόταν ο περίγελος των κυριών στις πόλεις και στις πεδιάδες. Τον υποπτεύονταν, τον φοβούνταν, τον κορόιδευαν», F. Braudel, ο.π., σ. 53. «Βρωμάν οι βλαχ’ προβατσλιές» λέγανε τα κορίτσια του θεσσαλικού κάμπου, καραγκούνες κυρίως, κρατώντας απαξιωτικά με το χέρι τη μύτη τους…


Για το άρθρο αυτό θέλω να ευχαριστήσω έναν  Πολυθεάτη που μας το χάρισε. Λ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου