Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Το δέος και η μελαγχολία της Πίνδου

http://www.kathimerini.gr/849233/article/ta3idia/me-aformh/to-deos-kai-h-melagxolia-ths-pindoy

Το αποτύπωμα της Ελλάδας στον χάρτη αποτελείται από δύο, χονδρικά, σημεία αναφοράς. Από τη μία ο πιτσιλωτός καμβάς των εκατοντάδων νησιών κι από την άλλη η κάθετη χερσόνησος με το σκληρό ανάγλυφο και πρωταγωνιστές τους ψηλούς ορεινούς της όγκους. Για εμάς τους «περίεργους» που προτιμούμε το βουνό από τη θάλασσα, η Πίνδος, «βασίλισσα των βουνών» του τόπου, είναι εκείνο το μέρος που αισθανόμαστε σαν καταφύγιο από την καθημερινή, εκτός φύσης, πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, το φωτογραφικό λεύκωμα του Δημήτρη Διβάνη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα, ομώνυμο της ξακουστής οροσειράς, είναι πολύτιμο τόσο για τους λάτρεις της Πίνδου όσο και για εκείνους που θέλουν νοητά να ταξιδέψουν σε ένα μέρος, από κάθε άποψη μοναδικό.
Η Πίνδος, όπως και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα, είναι δύσκολος τόπος. Οι απότομες πλαγιές της, οι δυσπρόσιτες κορυφές, οι αφιλόξενες καιρικές συνθήκες στέκονταν πάντα εμπόδιο στην ανθρώπινη δραστηριότητα και κατοίκηση. Δεν είναι τυχαίο που εκεί πάνω κατέφευγαν διαχρονικά οι κάθε λογής «παράνομοι»· επαναστάτες του ’21, αντιστασιακοί της Κατοχής και αντάρτες του Εμφυλίου έφτιαξαν εκεί το σπίτι τους, ακριβώς για να δυσκολέψουν οποιονδήποτε να τους προσεγγίσει. Αυτήν τη γοητευτική αίσθηση του απρόσιτου περιέχουν και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Διβάνη. Δημιουργημένα αποκλειστικά σε φιλμ και χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία, τα κάδρα του επικεντρώνουν στο φυσικό περιβάλλον, είτε στην παρθένα του μορφή είτε με τις ανθρώπινες κατασκευές που αυτό (σε εκπληκτική αρμονική σχέση) ενσωματώνει. Μισογκρεμισμένα σπίτια, προχειροφτιαγμένα μαντριά, τοξωτές γέφυρες, φιδογυριστά μονοπάτια και αναλήμματα μετατρέπονται σε σύμβολα που ανακαλούν άλλες εποχές. Ταυτόχρονα, η ανθρώπινη μορφή καταγράφεται μόνο ως λανθάνων κομπάρσος, σχεδόν παράταιρη δίπλα στην πέτρα, το ξύλο, το νερό και το χιόνι.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Η ουρά του αλόγου - Γιάννης Χαρούλης



Ο καβαλάρης τ' άλογο το `χε μες στην καρδιά του.
Που να `βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι, 
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο, 
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ' τον ίσκιο.
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω, 
αστρίτης στραβογάνησε και δίνει δαγκωσιά του.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ' εύρω ή θα μ' εύρεις».
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει, 
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ' αφήσαν.
Περνούσε κι ένας μάστορας που `μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια, 
την πήρε κι έφτιαξε μ' αυτή δοξάρια ένα κι ένα.
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν' ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.
Εκεί `ταν λαουτιέρηδες που θέλαν' παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.
«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν' ακούσω απ' τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».

Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι, 
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ' όργανο με καμάρι, 
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω, 
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει.